Interpol: το «This Mirror Weighs a Ton» κυκλοφορεί σήμερα και κοιτάζει τη σκοτεινή τους πλευρά στον καθρέφτη

Οι Interpol επιστρέφουν σήμερα, 28 Αυγούστου 2026, με το «This Mirror Weighs a Ton», ένα άλμπουμ που δεν επιχειρεί να γκρεμίσει όσα γνωρίζουμε για τη νεοϋορκέζικη μπάντα, αλλά να τα φωτίσει από διαφορετικές γωνίες. Τέσσερα χρόνια μετά το «The Other Side of Make-Believe», το συγκρότημα παραδίδει 12 νέα τραγούδια και ανοίγει ταυτόχρονα ένα καινούργιο κεφάλαιο, καθώς πρόκειται για την πρώτη του κυκλοφορία μέσω της Partisan Records.
«This Mirror Weighs a Ton»: οι Interpol αλλάζουν χωρίς να χάνουν τον εαυτό τους
Η παραγωγή του δίσκου ανήκει στον Andrew Wyatt, γνωστό από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως η Rosalía και η Charli XCX, ενώ τη μίξη ανέλαβε ο David Fridmann. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο στούντιο του Wyatt στο Lower East Side του Μανχάταν, σηματοδοτώντας την επιστροφή των Interpol σε ηχογράφηση άλμπουμ στη Νέα Υόρκη έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία.
Το βασικό τρίπτυχο παραμένει αναγνωρίσιμο: η βαθιά φωνή του Paul Banks, οι κιθάρες του Daniel Kessler και η ρυθμική ακρίβεια του Sam Fogarino. Αυτή τη φορά, όμως, γύρω τους εμφανίζονται περισσότερες υφές. Συνθεσάιζερ, έγχορδα, ακουστικές κιθάρες, ξύλινα πνευστά, πολυεπίπεδα φωνητικά και πειραματικός σχεδιασμός ήχου διευρύνουν την παλέτα χωρίς να μετατρέπουν το αποτέλεσμα σε κάτι ξένο προς την ταυτότητα του συγκροτήματος.
Ένας βαρύς καθρέφτης και 12 τραγούδια
Ο τίτλος λειτουργεί σχεδόν σαν κλειδί για τον δίσκο. Η αντανάκλαση, η αντίληψη και η συναισθηματική ένταση βρίσκονται στον πυρήνα του υλικού. Η εικόνα του «βαριού καθρέφτη» ταιριάζει ιδανικά σε μια μπάντα που εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες χτίζει μουσική πάνω στη σκιά, στην αστική αποξένωση και σε εκείνη την κομψή μελαγχολία που έκανε τα πρώτα της άλμπουμ τόσο χαρακτηριστικά.
Το ομώνυμο κομμάτι είχε ήδη δείξει μια πιο ατμοσφαιρική και μινιμαλιστική κατεύθυνση, ενώ το «See Out Loud» έφερε ξανά μπροστά την κιθαριστική ένταση των Interpol. Στο τελευταίο ακούγεται μάλιστα και ο Kessler στα φωνητικά, σε μια σπάνια στιγμή για τη δισκογραφία τους. Το «Iron City», που ακολούθησε ως τρίτο δείγμα, συμπλήρωσε την εικόνα ενός δίσκου που θέλει να κρατήσει το γνώριμο post-punk νεύρο αλλά να αφήσει περισσότερο χώρο στην παραγωγή.
Η πλήρης tracklist περιλαμβάνει τα «This Mirror Weighs a Ton», «See Out Loud», «Iron City», «Wounded Soldier», «Wings On Fire», «Ever the Actor», «So Rides the Reindeer», «Darling Thoughts», «Wake Up», «Enemy», «Bird and the Serpent» και «Sudden».
Οι πρώτες αντιδράσεις είναι ιδιαίτερα θερμές
Η κυκλοφορία συνοδεύεται ήδη από έντονο ενδιαφέρον του μουσικού Τύπου. Το NME χαρακτήρισε το άλμπουμ ως την καλύτερη δουλειά των Interpol μετά το «Antics», επισημαίνοντας τον πιο ενιαίο αλλά και πειραματικό χαρακτήρα του. Το Pitchfork εμφανίζεται πιο συγκρατημένο, αναγνωρίζει όμως ότι πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες δουλειές της ύστερης περιόδου τους. Η διαφορά στις δύο αναγνώσεις έχει ενδιαφέρον: δείχνει έναν δίσκο που δεν αρκείται απλώς στη νοσταλγία, αλλά δίνει υλικό για συζήτηση.
Για τους ίδιους τους Interpol, άλλωστε, η συνέπεια δεν υπήρξε ποτέ συνώνυμο της ακινησίας. Όπως και άλλες μπάντες που εξακολουθούν να βρίσκουν νέους τρόπους να μεταφέρουν το σκοτεινό rock τους στο σήμερα — πρόσφατα γράψαμε και για τους Ghost — το ζητούμενο είναι να εξελίσσεσαι χωρίς να σβήνεις την υπογραφή σου.
Και από το στούντιο κατευθείαν στη σκηνή
Η ημέρα της κυκλοφορίας βρίσκει τους Interpol και επί σκηνής, στο Kalorama Festival της Λισαβόνας. Ακολουθούν εμφανίσεις σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, με το πρόγραμμα να συνεχίζεται μέσα στο φθινόπωρο και τον χειμώνα. Περισσότερες πληροφορίες για τον νέο δίσκο και τις ημερομηνίες εμφανίσεων υπάρχουν στην επίσημη σελίδα των Interpol.
Το «This Mirror Weighs a Ton» μοιάζει έτσι λιγότερο με προσπάθεια επανεκκίνησης και περισσότερο με μια προσεκτική μετατόπιση. Οι Interpol κοιτούν τον καθρέφτη, αναγνωρίζουν τη φιγούρα που βρίσκεται απέναντί τους και, αντί να την αλλάξουν βίαια, αφήνουν το φως να πέσει επάνω της αλλιώς. Για μια μπάντα που έκανε καριέρα μέσα στις σκιές, αυτό ίσως είναι η πιο φυσική μορφή εξέλιξης.
