Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (1926–2026): ένας αιώνας Ιστορίας, λόγου και πνευματικής ακτινοβολίας
Η κορυφαία βυζαντινολόγος, που άνοιξε δρόμους στη Σορβόννη και άλλαξε τον τρόπο που κοιτάμε το Βυζάντιο.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε από τη ζωή στις 16 Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 100 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σπάνια πνευματική παρακαταθήκη που ξεπερνά τα σύνορα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ήταν από εκείνες τις μορφές που δεν έμειναν μόνο στα βιβλία και στα αμφιθέατρα: μιλούσε στο ευρύ κοινό με καθαρότητα, τόλμη και πειθαρχημένη σκέψη – σαν να ήθελε να μας θυμίσει ότι η Ιστορία δεν είναι “μουσειακή σκόνη”, αλλά εργαλείο κατανόησης του σήμερα.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1926, από οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής, ακολούθησε από νωρίς τον δρόμο της Ιστορίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, πριν πάρει τον μεγάλο δρόμο για το Παρίσι το 1953 – ένα ταξίδι που έμελλε να τη φέρει στην κορυφή της ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής ζωής.
Στη Γαλλία συνδέθηκε με το CNRS και αργότερα με τη Σορβόννη, όπου η πορεία της έγινε ιστορική με έναν τρόπο που δεν χωρά “υποσημείωση”: το 1967 έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας, ενώ το 1976 έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη μακρά παράδοση του πανεπιστημίου. Δεν ήταν απλώς μια προσωπική διάκριση· ήταν ένα ρήγμα σε στερεότυπα αιώνων, κερδισμένο με έργο, κύρος και αυστηρή ακαδημαϊκή συνέπεια.
Το μεγάλο της “πεδίο” ήταν το Βυζάντιο – όχι ως καρτ-ποστάλ αυτοκρατορικής νοσταλγίας, αλλά ως ζωντανό εργαστήριο πολιτικής σκέψης, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής συνέχειας. Με τις μελέτες και τις παρεμβάσεις της συνέβαλε καθοριστικά στο να επανατοποθετηθεί ο βυζαντινός κόσμος στη συνολική ευρωπαϊκή ιστορία, εκεί που συχνά τον άφηναν “εκτός κάδρου”.
Στο συγγραφικό της έργο ξεχωρίζει η μελέτη “Byzance et la mer” (“Βυζάντιο και Θάλασσα”), ενώ συνολικά το έργο της είναι εκτενές και πολυμεταφρασμένο. Παράλληλα, η παρουσία της σε θεσμούς και πολιτιστικούς οργανισμούς υπήρξε ενεργή: από διεθνείς οργανισμούς έως πολιτιστικά ιδρύματα, με λόγο που έδενε την ιστορική γνώση με τα σύγχρονα ερωτήματα.
Ένα ακόμη στοιχείο που τη χαρακτήριζε ήταν η δημόσια φωνή της: λιτή, “δωρική”, με μια αυστηρότητα που δεν ήταν ψυχρότητα αλλά πειθαρχία. Σε κείμενα και συνεντεύξεις της, μιλούσε συχνά για το “εμείς”, για την έννοια της πατρίδας ως συγκίνησης και μνήμης, για την ανάγκη αυτογνωσίας – πράγματα που, στα χέρια άλλων, γίνονται εύκολα συνθήματα. Εκείνη τα κρατούσε στη σωστή τους θέση: ως σκέψη.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε επίσης Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, ενώ η ζωή της συνδέθηκε και με την προσωπική της διαδρομή στη Γαλλία: γνώρισε στο Παρίσι τον σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ και απέκτησαν μία κόρη.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο οι τίτλοι και οι θέσεις. Είναι το μέτρο: το πώς μια επιστήμονας μπορεί να γίνει ταυτόχρονα δάσκαλος και πυξίδα χωρίς να χάσει την ακρίβεια της έρευνας. Και κάπως έτσι, η Αρβελέρ άφησε κάτι πιο σπάνιο από μια καριέρα: άφησε τρόπο σκέψης.
Πηγές: Η Διαδρομή, Καθημερινή, Wikipedia (βιογραφικά στοιχεία/χρονολογίες).
