Νικ Νόλτε: μια φωνή, ένα βλέμμα, μια ολόκληρη ιστορία
Ο Νικ Νόλτε (Nick Nolte) είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που κουβαλάνε μια ολόκληρη ιστορία στο βλέμμα.
Έγινε γνωστός για ρόλους αντρών «σπασμένων»: σκληροί στην επιφάνεια, αλλά γεμάτοι ρωγμές, ένταση και κρυμμένη ευαισθησία. Για το ελληνικό κοινό, το όνομά του έγινε ιδιαίτερα οικείο στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσα από το «48 Ώρες» (1982) δίπλα στον Έντι Μέρφι και το πολιτικό θρίλερ «Αποστολή στη Νικαράγουα» (1983) με τον Τζιν Χάκμαν. Στη μακρά του διαδρομή έχει φτάσει τρεις φορές μέχρι την πόρτα των Όσκαρ, ενώ η καριέρα του γνώρισε και διακοπές, κυρίως εξαιτίας της μάχης του με τον αλκοολισμό.
Γεννήθηκε ως Νίκολας Κινγκ Νόλτε στις 8 Φεβρουαρίου 1941, στην Ομάχα της Νεμπράσκα. Τα παιδικά του χρόνια είχαν πολλές μετακινήσεις, μέχρι που επέστρεψε στη γενέτειρά του. Στο σχολείο ξεχώριζε περισσότερο για τον αθλητισμό, γεγονός που του έφερε και αθλητική υποτροφία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνας. Όμως οι σπουδές δεν τον κράτησαν: πέρασε από διάφορα κολέγια, χωρίς να πάρει πτυχίο.
Στις αρχές των ’60s βρέθηκε στο Λος Άντζελες, κάνοντας διάφορες δουλειές, μέχρι που τον κέρδισε το θέατρο. Ξεκίνησε από το Pasadena Playhouse, περιόδευσε με θιάσους σε όλη την Αμερική και, όταν επέστρεψε στο Λ.Α. στις αρχές των ’70s, άρχισε να εμφανίζεται σε μικρούς ρόλους στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Η πρώτη πιο ηχηρή κινηματογραφική εμφάνιση ήρθε το 1975 στο «Return to Macon County», μια ταινία με αγώνες αυτοκινήτων, όπου συμπρωταγωνιστούσε ο επίσης ανερχόμενος τότε Ντον Τζόνσον. Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα όμως έσκασε το 1976, όταν πρωταγωνίστησε στη μίνι σειρά «Rich Man, Poor Man», που τον έκανε “όνομα” σε όλη την Αμερική.
Από εκεί και μετά, ο Νόλτε άρχισε να έχει σταθερή παρουσία στη μεγάλη οθόνη, ακόμη κι όταν η προσωπική του μάχη με το αλκοόλ δυσκόλευε την πορεία του. Στους πρώτους σπουδαίους ρόλους του συγκαταλέγονται ο ποδοσφαιριστής στο «North Dallas Forty» (1979), ο αστυνομικός Τζακ Κέιτς στο «48 Ώρες» (1982) και στο «Ακόμα 48 ώρες» (1990), ο δημοσιογράφος στο «Under Fire» (1983), ο άστεγος στο «Down and Out in Beverly Hills» (1986) και ο θεατρικός συγγραφέας στο «Weeds» (1987).
Στα τέλη των ’80s αναζήτησε βοήθεια για τον εθισμό του και την επόμενη δεκαετία επέστρεψε δυνατά με ρόλους που του ταίριαξαν γάντι: στο «Q & A» (1990) του Σίντνεϊ Λούμετ, στο «Cape Fear» (1991) του Σκορσέζε και κυρίως στο «Ο πρίγκηπας της παλίρροιας» (1991) της Μπάρμπρα Στρέιζαντ. Εκεί υποδύθηκε έναν άντρα με τραυματικό παρελθόν και κέρδισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ (1992). Η δεύτερη ήρθε με το «Affliction» (1997), ως βασανισμένος σερίφης σε μια μικρή πόλη.

Το 2002, μετά από σύλληψη για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ στο Μαλιμπού, επέστρεψε ξανά σε κλινική απεξάρτησης. Στα χρόνια που ακολούθησαν, επανήλθε σταδιακά με ρόλους σε ταινίες όπως το «Hulk» (2003), το «Hotel Rwanda» (2004) και το «Tropic Thunder» (2008). Το 2011 στο «Warrior» υποδύθηκε έναν πατέρα που παλεύει με τον εθισμό του και κέρδισε την τρίτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ (2012), ίσως σε έναν από τους πιο ανθρώπινους ρόλους της καριέρας του. Την ίδια περίοδο ξεχώρισε και στη σειρά του HBO «Luck», δίπλα στον Ντάστιν Χόφμαν.
Αργότερα εμφανίστηκε στην κωμωδία «A Walk in the Woods» (2015) με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ενώ το 2016–2017 υποδύθηκε τον πρόεδρο των ΗΠΑ στη σατιρική σειρά «Graves».
Στην προσωπική του ζωή, ο Νικ Νόλτε έχει παντρευτεί τέσσερις φορές και έχει δύο παιδιά.
