10 Οκτωβρίου 1963: Ο θάνατος της Εντίθ Πιαφ

10 Οκτωβρίου 1963: Πεθαίνει η Εντίθ Πιαφ και ο κόσμος το μαθαίνει μια μέρα αργότερα
Στις 10 Οκτωβρίου 1963, στη βίλα της στο Πλασκασιέ, κοντά στην Γκρας της γαλλικής Ριβιέρας, πέθανε από καρκίνο του ήπατος η Εντίθ Πιαφ. Ήταν 47 ετών.
Υπάρχει ένας λόγος που πολλές πηγές δίνουν 11 Οκτωβρίου: η σορός της μεταφέρθηκε κρυφά στο Παρίσι και ο θάνατός της ανακοινώθηκε την επομένη, ώστε να φαίνεται ότι η εθνική τραγουδίστρια της Γαλλίας έσβησε στην πόλη της. Η επίσημη ημερομηνία παρέμεινε η 11η Οκτωβρίου. Η πραγματική ήταν η 10η. Λίγες ώρες μετά, μαθαίνοντας την είδηση, πέθανε και ο στενός της φίλος Ζαν Κοκτώ.
Είχε γεννηθεί στις 19 Δεκεμβρίου 1915 στο Μπελβίλ του Παρισιού ως Εντίτ Τζοβάνα Γκασιόν. Ο πατέρας της ήταν ακροβάτης του δρόμου, η μητέρα της τραγουδίστρια με καταγωγή από το Λιβόρνο. Τραγουδούσε στα πεζοδρόμια από παιδί.
Το 1935, στην Πιγκάλ, την άκουσε ο Λουί Λεπλέ, ιδιοκτήτης του καμπαρέ Le Gerny’s κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Την έπεισε να ανέβει στη σκηνή παρά τον τρόμο της, της είπε να φοράει πάντα μαύρο φόρεμα έγινε το σήμα κατατεθέν της και της έδωσε και το όνομα. Με ύψος 1,42, τη βάφτισε «La Môme Piaf», παρισινή αργκό για «το σπουργιτάκι».

Λίγους μήνες αργότερα ο Λεπλέ δολοφονήθηκε. Η Πιαφ ανακρίθηκε ως συνεργός και αθωώθηκε, αλλά η δημοσιότητα παραλίγο να τελειώσει την καριέρα της πριν καν αρχίσει. Τη γλίτωσε ο στιχουργός Ρεμόν Ασό, που της έγραψε το «Mon légionnaire» και της άλλαξε το όνομα σε Εντίθ Πιαφ.
Ακολούθησαν «La vie en rose», «Padam… Padam…», «La foule», «Milord». Και η μεγάλη απώλεια: ο πυγμάχος Μαρσέλ Σερντάν, παγκόσμιος πρωταθλητής και ο έρωτας της ζωής της, σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα τον Οκτώβριο του 1949, ταξιδεύοντας από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη για να τη συναντήσει. Από εκείνο το τραύμα βγήκε ο «Ύμνος στον έρωτα».
Τον Σεπτέμβριο του 1946, στο απόγειο της καριέρας της, πέρασε και από την Αθήνα για μια κατάμεστη συναυλία. Εκεί γνώρισε τον Δημήτρη Χορν, στον οποίο λίγες μέρες αργότερα έστειλε μια ερωτική επιστολή που δημοπρατήθηκε δεκαετίες αργότερα στην Αθήνα. Το 1961 γνώρισε στο Παρίσι έναν νεαρό κομμωτή ελληνικής καταγωγής, τον Θεοφάνη Λαμπούκα. Τον έπεισε να τραγουδήσει, τον μετονόμασε σε Théo Sarapo από το ελληνικό «σ’ αγαπώ» και τον παντρεύτηκε το 1962. Ήταν είκοσι χρόνια μικρότερός της και στάθηκε δίπλα της ως το τέλος· πέθανε στο πλευρό του. Το τελευταίο τραγούδι που ηχογράφησε, τον Απρίλιο του 1963, το είπε μαζί του.
Το 1960 ο Σαρλ Ντιμόν της έφερε το «Non, je ne regrette rien». Έναν χρόνο αργότερα το τραγουδούσαν οι πραξικοπηματίες του Αλγερίου καθώς παραδίδονταν ένα από τα παράξενα ταξίδια που κάνουν τα τραγούδια όταν ξεφύγουν από τον δημιουργό τους.
Η Εκκλησία της αρνήθηκε θρησκευτική κηδεία, επειδή δεν αναγνώριζε το διαζύγιό της. Στο Περ Λασαίζ μαζεύτηκαν δεκάδες χιλιάδες Παριζιάνοι. Εξήντα τρία χρόνια μετά, το σπουργιτάκι της Πιγκάλ παραμένει η φωνή με την οποία ταυτίζεται μια ολόκληρη χώρα.
